Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Πίστη - Ὑπομονή - Μετάνοια

Περὶ ἀγάπης - Περὶ ἀνεξικακίας - Ἡ πρὸς Θεὸν ἐλπίδα - Πίστη - Ὑπομονή - Μετάνοια - Προσευχή - Περὶ ψυχικῆς σωτηρίας.

αγάπη προς την τρόικα ή εκεί που αγαπά η ψυχή

περί ανεξικακίας εκεί που ποθούμε να κάψουμε τους εχθρούς μας η εκεί όπου αγαπά ο Θεός;
ελπίδα εκεί που αγαπά ο Θεός; ή εκεί που αγαπάνε τα πρέπει του μυαλού σου; πίστη αυτά που περιμένεις από αυτά που θέλεις η αυτά που απολαμβάνεις από αυτό που πιστεύεις;
υπομονή προς αυτά που περιμένεις ή η χαρά που προσμένεις το αγαπητό της αγάπης σου;
μετάνοια;;; = μετά το νοώ.
τί, μετά το νόησες; τα λάθη σου και ο πόνος....και εσύ ωρέ ! τι διδάχτηκες από αυτά;
για την σωτηρία της ψυχής σου έχεις το χρήμα, ή το πνεύμα του Θεού;
όποιος Χριστόν βαπτίσθηκε Χριστόν ενενδύθηκε. ο Χριστός σου αν πεθάνεις τώρα... εσύ ο εαυτός Του.....άρα το εγώ σου ποιο θα είναι; Χριστός ή αντίχριστος; Προσευχή;

αυτό που θέλεις από ένα μικρό σκυλάκι στην αλυσίδα σου δεμένο να ακολουθεί τον δρόμο τον δικό σου; ή ! εσύ σαν μικρός αδελφός του Ιησού μας του Χριστού ακολουθείς την αιώνια ευτυχία που μας χάρισε με την Αλήθεια Του;
*****

απάνθισμα των ανθών της ερήμου.

Περὶ ἀγάπης - Περὶ ἀνεξικακίας - Ἡ πρὸς Θεὸν ἐλπίδα - Πίστη - Ὑπομονή - Μετάνοια - Προσευχή - Περὶ ψυχικῆς σωτηρίας

Περὶ ἀγάπης...
Ὁ ὑποτακτικὸς κάποιου Γέροντα ἔμενε σὲ μία καλύβα δέκα μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴ σκήτη. Μία μέρα θέλησε νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ ὁ Γέροντας νὰ ἔλθῃ νὰ πάρῃ τὸ ψωμί του. Ὕστερα ὅμως σκέφθηκε: Γιὰ λίγα ψωμιὰ νὰ κάνω τὸν Ἀδελφὸ νὰ περπατήσει δέκα μίλια; Ἂς τοῦ τὰ πάω μόνος. Ἔβαλε τὸ ταγάρι στὸν ὦμο καὶ ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σὲ μία πέτρα κι ἔκανε τέτοια πληγὴ στὸ πόδι, ποὺ ἦταν ἀδύνατον νὰ σταματήσει τὸ αἷμα. Ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸ πόνο ποὺ ἔνιωσε, ἄρχισε νὰ κλαίει.

- Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; ἄκουσε πίσω του μία γλυκειὰ φωνὴ νὰ τὸν ρωτᾷ.
Ἔστρεψε τὸ κεφάλι καὶ εἶδε ἕναν ὡραῖο Ἄγγελο. Δὲν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλὰ τοῦ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλο τὴν πληγή.
- Πάψε νὰ κλαῖς γι᾿ αὐτὸ τὸ τιποτένιο πρᾶγμα, τὸν πρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τὰ βήματα ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀδελφοῦ τὰ ἔχω μετρημένα καὶ θὰ πάρεις τὴν ἀμοιβή σου ἀπὸ τὸν Θεό.
Ὁ Γέροντας πῆρε θάῤῥος καὶ χαρούμενος συνέχισε τὸ δρόμο του. Ἀπὸ τότε προθυμοποιήθηκε νὰ ἐξυπηρετεῖ τοὺς Ἀδελφούς.
Μία μέρα πῆρε πάλι ψωμιὰ νὰ τὰ πάει σ᾿ ἄλλον Ἐρημίτη ποὺ ἔμενε πολὺ πιὸ μακριά. Συνέβηκε ὅμως νὰ ἔρχεται κι ἐκεῖνος μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ καὶ συναντήθηκαν στὸ δρόμο.
- Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μὲ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρὸ θησαυρὸ καὶ πρόλαβες ἐσὺ νὰ μοῦ τὸν πάρεις.
- Μήπως ἡ στενὴ πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νὰ περάσουμε κι ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀδελφός.
Ἐνῷ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καὶ τοὺς εἶπε:
- Αὐτὴ ἡ φιλονικία σὰν εὐωδία στὸ λιβάνι ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.